α) Οργάνωση και ταξική συνείδηση

Κάθε τάξη η οποία μάχεται ενάντια στην εκάστοτε κοινωνική συνοχή, μπορεί να το κάνει αυτό αποτελεσματικά μόνο εάν προσδώσει στον αγώνα της μια οργανωμένη και συνειδητή υπόσταση. Οποιαδήποτε ατέλεια και αποξένωση κι αν είχαν οι μορφές οργάνωσης και οι συνηδήσεις τους, αυτό ήταν ήδη πραγματικότητα για τάξεις όπως οι δούλοι ή οι χωρικοί οι οποίες δεν εμπεριείχαν κάποια κοινωνική συνοχή. Όμως αυτή η αναγκαιότητα βρίσκει εφαρμογή ακόμα περισσότερο σε ιστορικές τάξεις, οι οποίες φέρουν τις νέες  συσχετίσεις τις οποίες η εξέλιξη της κοινωνίας κάνει απαραίτητες. Το προλεταριάτο, όσον αφορά αυτές τις τάξεις, είναι η μόνη τάξη η οποία δεν κατέχει καμία οικονομική ισχύ στα πλαίσια της παλιάς κοινωνίας. Ως εκ τούτου, η οργάνωση και η συνέιδησή της είναι ακόμα πιο αποφασιστικοί παράγοντες στα πλαίσια του αγώνα της.

Η μορφή της οργάνωσης που κάθε τάξη δημιουργεί για τον επαναστατικό αγώνα της και την άσκηση πολιτικής ισχύος, είναι αυτή των εργατικών συμβουλίων. Ενώ όμως ολόκληρη η τάξη είναι το υποκείμενο της επανάστασης και αναδιατάσσεται σε αυτές τις οργανώσεις αυτήν την χρονική στιγμή, τούτο δεν σημαίνει πως η διαδικασία μέσω της οποίας η τάξη αποκτά συνείδηση είναι με οποιονδήποτε τρόπο ταυτόχρονη ή ομογενής. Η ταξική συνείδηση εξελίσσεται μέσα σε ένα ελικοειδές μονοπάτι διαμέσου της πάλης των τάξεων, των επιτυχιών και των αποτυχιών της. Οφείλει να αντιμετωπίσει τους τμηματικούς και εθνικούς διχασμούς, οι οποίοι συνιστούν το "φυσικό" περιβάλλον της καπιταλιστικής κοινωνίας και τους οποίους το κεφάλαιο έχει κάθε συμφέρον να διαιωνίσει εντός της τάξης.

β) Ο ρόλος των επαναστατών

Οι επαναστάτες είναι τα στοιχεία εκείνα εντός της τάξης τα οποία διαμέσου αυτής της ετερογενούς διαδικασίας είναι οι πρώτοι που θα αποκτήσουν μια ξεκάθαρη κατανόηση της "γραμμής πορείας, των συνθηκών και των τελικών γενικών αποτελεσμάτων του προλεταριακού κινήματος" (Κομμουνιστικό Μανιφέστο), και δεδομένου πως σε μια καπιταλιστική κοινωνία, "οι κυρίαρχες ιδέες είναι οι ιδέες της άρχουσας τάξης", οι επαναστάτες απαραίτητα συνιστούν μια μειοψηφία της εργατικής τάξης.

Ως προέλευση της τάξης, μια εκδήλωση της διαδικασίας μέσω της οποίας αποκτά συνείδηση, οι επαναστάτες μπορούν να υπάρχουν ως τέτοιοι με το να γίνουν ένας ενεργός παράγοντας σε αυτήν την διαδικασία. Για τα επιτύχει αυτόν τον σκοπό με έναν αδιάλυτο τρόπο, η επαναστατική οργάνωση:

  • Συμμετέχει σε όλες τις μάχες της τάξης, στις οποίες τα μέλη της ξεχωρίζουν ως οι πιο αποφασιστικοί και μαχητικοί αγωνιστές.
  • Παρεμβαίνει σε αυτές τις μάχες με το να τονίζει πάντα το γενικότερο συμφέρον της τάξης και τους τελικούς σκοπούς του κινήματος.
  • Σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της παρέμβασης, αφιερώνεται συνεχώς στο έργο της θεωρητικής διασαφήνισης και ανάκλασης, που από μόνη της θα επιτρέψει στην γενικότερη δραστηριότητά της να βασιστεί σε ολόκληρη την παρελθούσα εμπειρία της τάξης και στις μελλοντικές προοπτικές, αποκρυσταλλωμένες μέσα από αυτήν την θεωρητική εργασία.

γ) Η σχέση μεταξύ της τάξης και της οργάνωσης των επαναστατών

Αν η γενικότερη οργάνωση της τάξης και η οργάνωση των επαναστατών αποτελούν κομμάτια του ίδου συστήματος, ωστόσο είναι δυο ξεχωριστά  πράγματα.

Η μεν, τα συμβούλια αναδιοργανώνουν ολόκληρη την τάξη. Το μοναδικό κριτήριο για να ανήκει κάποιος σε αυτά είναι να είναι εργάτης. Η δε από την άλλη, αναδιοργανώνει μόνο τα επαναστατικά στοιχεία της τάξης. Το κριτήριο για να ανήκει κάποιος σε αυτήν δεν είναι πλέον κοινωνιολογικό, αλλά πολιτικό, συμφωνία με το πρόγραμμα και δέσμευση για την υπεράσπισή του. Ως εκ τούτου, η εμπροσθοφυλακή της τάξης μπορεί να περιλαμβάνει άτομα τα οποία δεν είναι κοινωνιολογικά μέρος της εργατικής τάξης, αλλά τα οποία, με το να διαχωρίζονται από την τάξη από την οποία προήλθαν, αυτοπροσδιορίζονται με τα ιστορικά ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου.

Παρ'όλα αυτά, ενώ η τάξη και η οργάνωση της εμπροσθοφυλακής της είναι δυο διαφορετικά πράγματα, δεν είναι ξεχωριστά, εξωτερικά, ή αντικροούμενα το ένα από το άλλο, όπως ισχυρίζονται κάποιες Λενινιστικές τάσεις από την μια, και κάποιες εργατίστικες-συμβουλιακές τάσεις από την άλλη. Αυτό που και οι δύο παραπάνω αντιλήψεις αρνούνται είναι το γεγονός πως όχι μόνο δεν συγκρούονται μεταξύ τους αυτά τα δυο στοιχεία, (η τάξη και οι επαναστάτες), αλλά αλληλοσυμπληρώνονται ως σύνολο και ως συστατικά ενός συνόλου. Μεταξύ των δύο δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν σχέσεις δύναμης, καθώς οι κομμουνιστές "δεν έχουν κανένα άλλο συμφέρον παρά μόνο τα συμφέροντα του προλεταριάτου σαν σύνολο" (Κομμουνιστικό Μανιφέστο).

Σαν κομμάτι της τάξης, οι επαναστάτες δεν μπορούν επ' ουδενί να υποκαταστήσουν εαυτούς αντί της τάξης, είτε στους αγώνες της εντός του καπιταλισμού, είτε, ακόμη λιγότερο, στην ανατροπή του καπιταλισμού και την άσκηση πολιτικής ισχύος. Σε αντίθεση με άλλες ιστορικές τάξεις, η συνείδηση της μειοψηφίας, όσο διαφωτισμένη και να είναι, δεν αρκεί για να επιτύχε τους σκοπούς του προλεταριάτου. Αυτά είναι καθήκοντα που απαιτούν την συνεχή συμμετοχή και δημιουργική δραστηριότητα ολόκληρης της τάξης κάθε στιγμή.

Η γενίκευση της συνείδησης είναι η μόνη εγγύηση για την ήττα  της προλεταριακής επανάστασης. Επειδή αυτό είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα της πρακτικής εμπειρίας της, οι χαρακτηριστικές δραστηριότητες της όλης τάξης είναι αναντικατάστατες. Ιδίως η απαραίτητη χρήση της βίας μέσω της τάξης δεν πρέπει να είναι μια ξεχωριστή δραστηριότητα από το γενικό ταξικό κίνημα. Γι’αυτο η τρομοκρατία, που εξασκείται από άτομα η απομονωμένες ομάδες, είναι τελείως άγνωστη στους μεθόδους μάχης της εργατικής τάξης. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια έκφραση μικροαστικής απελπισίας, εάν  δεν είναι απλά ένα κυνικό μέσο στη μάχη ανάμεσα σε διαφορετικές παρατάξεις της αστικής τάξης.

Η αυτοοργάνωση των εργατικών μαχών και η άσκηση βίας μέσω της τάξης δεν σχηματίζουν ξεχωριστούς δρόμους προς τον κομμουνισμό, αν και το ένα σταθμίζεται κατά του άλλου. Μόνο μαζί παριστάνουν τον μοναδικό δρόμο προς τον κομμουνισμό.

Η οργάνωση των επαναστατών ( των οποίων η ανώτερη εξελιγμένη μορφή είναι το κόμμα) είναι ένα απαραίτητο όργανο, που αναπτύχθηκε από την εργατική τάξη για την εξέλιξη της συνείδησης περί του ιστορικού μέλλοντος και για τον αντίστοιχο πολιτικό προσανατολισμό της μάχης  της. Γι’αυτό είναι η ύπαρξη και η δραστηριότητα αυτού του κόμματος ένας απαραίτητος όρος για την τελική νίκη του προλεταριάτου.

δ) Η αυτονομία της εργατικής τάξης

Σε σχέση με τις εξυμνητικές-εργατικές και αναρχικές ομάδες, το σχέδιο της εργατικής αυτονομίας και η αντιπαράθεσή της στην πολιτική αναπλήρωση αποκτά ένα αντιδραστικό και μικροαστικό νόημα. Η αυτονομία σε αυτές τις ομάδες οδηγεί σε τίποτε άλλο παρά στην ίδια ανεξαρτησία ως μικρή αίρεση που το παίζει εργατική τάξη, όπως τα αναπληρωματικά κύματα που δέχτηκαν κριτική από αυτές. Εκτός αυτού η εξυμνητική-εργατική και αναρχική αντίληψη ξεχωρίζεται σε δυο ουσιαστικές απόψεις:

  • μέσω της απόρριψης των εκάστοτε πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, όπως και να φαίνονται μέσω των εργατών
  • μέσω της αυτονομίας του κάθε τομέα της εργατικής τάξης (σε εργοστάσια, γειτονιές, συνοικίες, περιοχές, έθνη κτλ.) απέναντι σε άλλους τομείς της τάξης, δηλαδή το ομοσπονδιακό σύστημα.

Σήμερα, τέτοιες ιδέες είναι στην καλύτερη περίπτωση μια συναισθηματική αντίδραση εναντίον της σταλινιστικής γραφειοκρατίας και εναντίον της σταλινιστικής εξέλιξης του κρατικού ολοκληρωτισμού· στη χειρότερη περίπτωση είναι όντως η πολιτική έκφραση της τυπικής απομόνωσης και διάσπασης για την μικροαστική τάξη. Όμως και στις δυο περιπτώσεις εκφράζουν την ολική έλλειψη κατανόησης απέναντι στις τρεις βασικές απόψεις της επαναστατικής μάχης του προλεταριάτου, δηλαδή:

  • η σημασία και η προτεραιότητα των πολιτικών καθηκόντων της τάξης (καταστροφή του καπιταλιστικού κράτους, δικτατορία του προλεταριάτου σε παγκόμσιο επίπεδο)·
  • η σημασία και η επιτακτικότητα της οργάνωσης των επαναστατών μέσα στην τάξη·
  • του ενωμένου, συγκεντρωμένου και παγκόσμιου χαρακτήρα της επαναστατικής μάχης της τάξης.

Για εμάς τους μαρξιστές η αυτονομία της τάξης σημαίνει η ανεξαρτησία της τάξης απέναντι σε όλες τις άλλες τάξεις στην κοινωνία. Αυτή η αυτονομία παρίστανε μια αναγκαστικά απαραίτητη προθΰπόθεση για τις επαναστατικές δραστηριότητες της τάξης, διότι το προλεταριάτο είναι η μοναδική επαναστατική τάξη. Αυτή η αυτονομία εκφράζεται και σε οργανωτικό επίπεδο (σε μορφή της οργάνωσης των εργατικών συμβουλίων) και σε πολιτικό και πραγματικό επίπεδο και γι’αυτό είναι σε στενή σχέση με την κομμουνιστική πρωτοπορία του προλεταριάτου σε αντίθεση με τις αντιλήψεις των εξυμνητικών-εργατικών ομάδων.

ε) Η οργάνωση των επαναστατών στις διάφορες περιόδους του ταξικού αγώνα

Έτσι όπως η γενική οργάνωση της τάξης και η οργάνωση των επαναστατών έχουν μια διαφορετική λειτουργία, έτσι είναι και οι όροι, υπό των οποίων δημιουργούνται, διαφορετικής φύσεως. Τα συμβούλια δημιουργούνται μόνο σε καιρούς επαναστατικών αντιπαραστάσεων, όταν οι μάχες της τάξης κατευθύνονται στην κατάληψη εξουσίας. Εν τούτις από την ύπαρξή της συνέχισε να υπάρχει πάντα η επιδίωξη της εργατικής τάξης για την μετεξέλιξη της συνείδησης της και θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέχρι τη διάλυση της στην κομμουνιστική κοινωνία. Γι’αυτό υπήρχαν πάντα κομμουνιστικές μειονότητες ως έκφραση αυτών των συνεχών προσπαθειών. Αλλά το πλαίσιο, η επιρροή, ο τρόπος των δραστηριοτήτων και η μορφή της οργάνωσης είναι στενά συνδεδεμένα με τους όρους του ταξικού αγώνα.

Σε καρούς έντονων ταξικών δραστηριοτήτων αυτές οι μειονότητες ασκούν μια άμεση επιρροή στην πρακτική πορεία των γεγονότων. Σε αυτήν την περίπτωση είναι δικαιολογημένο να χαρακτηριστεί η οργάνωση της πρωτοπορίας ως κόμμα. Σε καιρούς ηττών ή υποχώρησης του ταξικού αγώνα, όμως, οι επαναστάτες δεν είχαν πια πραγματική επιρροή στην άμεση πορέια της ιστορίας. Σε αυτήν την περίπτωση επιφυλάσσονται μόνο μικρότερες οργανώσεις να συνεχίσουν να υπάρχουν. Ο ρόλος τους δεν είναι πια να επηρεάσει άμεσα το κίνημα, αλλά να αντισταθεί στο άμεσο κίνημα. Εάν η τάξη είναι αφοπλισμένη και κινητοποιηθεί σε αστικό έδαφος (μέσω της συνεργασίας ανάμεσα στις τάξεις σε μορφή «Ιερής Συμμαχίας», της «εκεχειρίας», της «αντίστασης», του «αντιφασισμού» κτλ.) σημαίνει για τις επαναστατικές μειονότητες να κολυμπήσουν ενάντια στο ρεύμα. Το ουσιώδες καθήκον τους είναι να βγάλουν δίδαγμα από τις εμπειρίες που έκαναν κι έτσι να προετοιμάσουν το θεωρητικό και προγραμματικό πλαίσιο για το μελλοντικό προλεταριακό κόμμα που πρέπει αναγκαστικά να σχηματηθεί μόλις ενισχυθεί ξανά ο ταξικός αγώνας. Οι ομάδες και οι παρατάξεις, οι οποίες έχουν χωριστεί ή επιβιώσει στο χαμηλότερο επίπεδο του ταξικού αγώνα από το αλλοιωμένο κόμμα, έχουν το καθήκον να δημιουργήσουν την πολιτική και οργανωτική γέφυρα μέχρι την αποκατάσταση του κόμματος.

ζ) Η δομή της οργάνωσης των επαναστατών

Ο απαραίτητος παγκόσμιος και συγκεντρωμένος χαρακτήρας της προλεταριακής επανάστασης μεταδίδεται και στο κόμμα της εργατικής τάξης. Εκείνες οι παρατάξεις και ομάδες, οι οποίες δουλεύουν για την ανάπτυξη του κόμματος, επιδιώκουν αναγκαστικά μια παγκόσμια συγκέντρωση. Αυτό εκδηλώνεται με την ύπαρξη των κεντρικών οργάνων, στα οποία μεταδίδεται μια κεντρική πολιτική ευθύνη ανάμεσα στα συνέδρια των οργανώσεων για τα οποία ευθύνονται.

Η δομή της οργάνωσης των επαναστατών πρέπει να λάβει υπόψη της δυο βασικές ανάγκες:

Πρέπει να κάνει δυνατή την πλήρη εξέλιξη της επαναστατικής συνείδησης μέσα στην ίδια οργάνωση κι έτσι και την πιο ευρεία και πιο διεξοδική συζήτηση όλων των ερωτήσεων και τη διαφορά απόψεων, οι οποίες εμφανίζονται σε μια μη-μονολιθική οργάνωση.
Πρέπει να εξασφαλίσει ταυτόχρονα την συνοχή και τον ενιαίο τρόπο δράσης της. Αυτό σημαίνει ιδίως ότι όλα τα  μέρη της οργάνωσης πρέπει να εκτελέσουν τις παρμένες αποφάσεις από την πλειοψηφία.

Η σχέση μεταξύ των διαφόρων μελών της οργάνωσης και μεταξύ των ίδιων μαχητών, φέρουν αναγκαστικά τα σημάδια της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι’αυτό δε μπορούν αυτές οι σχέσεις να παριστάνουν κάποια νησιά των κομμουνιστικών σχέσεων μέσα στον καπιταλισμό. Αλλά δεν πρέπει ούτε να είναι σε ολοφάνερη αντίθεση με τον επιδιωκόμενο στόχο των επαναστατών και πρέπει αναγκαστικά να βασίζονται στην αλληλεγγύη και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που είναι ένα χαρακτηριστικό του να είναι κανείς μέλος της οργάνωσης εκείνης της τάξης, η οποία πρέπει να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό.

„[…] το δίλημμα, στο οποίο βρίσκεται η ανθρωπότητα, σημαίνει: είτε η κατάρρευση στην αναρχία είτε η σωτηρία μέσω του σοσιαλιμσού. Από τα αποτελέσματα του Παγκόσμιου Πόλεμου είναι αδύνατον οι αστικές τάξεις να βρούν μια διέξοδο στο έδαφος της ταξικής κυριαρχίας και του καπιταλισμου. Κι έτσι εκφράσαμε τελικά την αλήθεια, την οποία ειδικά ο Μαρξ και ο Ένγκελς έχουν εκφράσει για πρώτη φορά ως επιστημονική βάση του σοσιαλισμού [...]: Ο σοσιαλισμός θα γίνει μια ιστορική αναγκαιότητα, βιώνοντας σήμερα την ακριβή σημασία της λέξεως. Ο σοσιαλισμός δεν έγινε μόνο αναγκαιότητα, επειδή το προλεταριάτο δεν θέλει πια να ζήσει υπό τις συνθήκες ζωής που του προκάλεσαν οι καπιταλιστικές τάξεις, αλλά επειδή επίκειται η κατάρρευση όλων μας, εάν το προλεταριάτο δεν εκπληρώσει τις ταξικές του ευθύνες και πραγματοποιήσει τον σοσιαλισμό.“ (Ρόζα Λούξεμπουργκ στο συνέδριο για την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμμα της Γερμανίας 1918/19, συλλογή έργων, τόμος 4, σ. 496).